Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Ξεφτισμένα όνειρα

Τελικά το κατάφεραν και μας γέρασαν πρόωρα. Το παρατηρώ και στον εαυτό μου βασικά όλο αυτό το διάστημα. Βλέπεις τόσα γύρω σου που θες ουρλιάξεις να τα βουτήξεις και να τα σφάξεις στο γόνατο και να στήσεις τρόπαιο εν συνεχεία στο σωρό όπου βρίσκονται στοιβαγμένα τα σώματά τους ...κι όμως...

Δε σου κάνει κέφι ούτε να ασχοληθείς πλέον με τα όσα κανονίζουν και καθορίζουν τη ζωή σου, μαζί και των παιδιών σου. Σου έχει φύγει κάθε διάθεση, οποιαδήποτε όρεξη κι απλά παρακολουθείς τα όνειρα σου να συρρικνώνονται βυθισμένος ως το γόνατο σε μια περίεργη απάθεια, απίστευτη βολική για τους απέναντι που τα έφεραν όλα μα όλα στα μέτρα τους, με τον Γιούνκερ και κάθε Γιούνκερ να τους ξεγυμνώνει και ως πολίτης να αδυνατείς ή να μην σ' ενοχλεί η γύμνια του Βασιλιά και της ολόγυμνης Αυλής του...

Δεν ξέρω αν φταίει που μας γέλασαν - κορόιδεψαν καθότι ευκολόπιστη η ράτσα μας και εν συνεχεία μας γέρασαν καθότι το σηκώνει ο οργανισμός μας αν και αιωνίως παιδιά οι Έλληνες, αιωνίως μαλάκες τελικά... Γεγονός ότι γεράσαμε ως λαός και σίγουρα όχι ηλικιακά. Γιατί μόνο το γήρας το απευκταίο μπορεί να περιγράψει την κατάσταση που καλείται ο ταλαίπωρος πολίτης αυτής της χώρας σήμερα να αντιμετωπίσει ευρισκόμενος σε συνεχή άμυνα εδώ και ένα χρόνο που φαντάζει αιώνιος, απέναντι στα πάσης φύσεως πολιτικά τρωκτικά που βάλθηκαν να τον σώσουν - σχολάσουν στην κυριολεξία...

Το να βιώνεις αυτές τις πολιτικά περίεργες καταστάσεις - που άλλοτε ένα κλάσμα αυτών θα σ' ωθούσε να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα - με πλήρη νηφαλιότητα, απάθεια και άρρωστη ψυχραιμία καθώς πορευόμαστε στην καθημερινότητά μας μ' ένα περίεργο απλανές και άδειο βλέμμα - σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να εξηγηθεί. Αν και ιατρικά ο όρος υφίσταται σ' όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Λιτός κι απέριττος όρος κι απόλυτα σαφής...

Ευνουχισμός. Ο απόλυτος ευνουχισμός στην περίπτωσή μας...

Υπήρχαν εποχές που στο βωμό των περιβόητων κεκτημένων κάθε κοινωνική τάξη θυσίαζε και την ύπαρξή της για να προστατέψει τα δικαιώματά της. Κι η πιο μικρή θυσία απλά φούσκωνε τα πανιά για μεγαλύτερες μάχες πάντα προς όφελός της, πόσο η μεγαλύτερη. Κι όσο κι αν τα εσκαμμένα έσκιαζαν τους επιτιθέμενους, τελικά ούτε τάφρος, ούτε τείχη ούτε βέλη των σε συνεχή τελικώς άμυνα ευρισκόμενων κρατούντων μπορούσαν να κρατήσουν την οργή του λαού όταν κι όποτε αυτή εκδηλώνονταν. Και χαιρόσουν εποχές όπου και μόνο ο φόβος φύλαγε τα έρημα...

Και ξαφνικά η απόλυτη σιγή, η απόλυτη νέκρα... Μας βιάζουν φύση παρά φύση, διαλύουν ακόμη και τα όνειρά μας κι εμείς εκεί... στην πλήρη απάθεια. Μουδιασμένοι, άκαμπτοι, γηρασμένα όντα ανεξαρτήτου ηλικίας που απλά βλέπουν μέχρι το τέλος της παρούσης μέρας κι ως εκεί...

Που πήγαν τα όνειρα, κι η φαντασία που έπλαθε το μέλλον?

Τυλίχτηκε σε γραβάτες και κουστούμια καλοπληρωμένων βολεμένων τυχάρπαστων πολιτικών τυχοδιωκτών που τον πολιτικό βίο τον βλέπουν ως χρυσωρυχείο και μόνο. Πολιτικοί χρυσοθήρες πολιτικοί κι απέναντι τους κουρελιασμένες μορφές ιθαγενών που ούτε χάντρες και καθρεφτάκια δεν έχουν πλέον να περιμένουν από τους πρώτους...

Στέγνωσαν και σκούριασαν τα γρανάζια μας... Κι όσο κι αν τα γρασάρεις δεν πρόκειται να γυρίσουν. Στόμωσε η λεπίδα, σκούριασε η ασπίδα, ξέφτισε ό,τι μας χαρακτήριζε. Αυτό που δεν άλλαξε είναι τα λόγια τα μεγάλα, αυτά τα ψέμματα και οι αιώνιες κούφιες υποσχέσεις ατάλαντων, ανίκανων, τυχάρπαστων όντων...