Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Μια καλημέρα ελληνική...


Μια καλημέρα θα σας πω, ολίγον ζαλισμένη...
Ζαλάδα που προέκυψε με ...Γόρδονα στο χέρι…

Χρονιάς αρχή η σημερινή μας μάθανε να λέμε

Κυρίου την Περιτομή γιορτάζουμε και …κλαίμε.

Το λόγο των δακρύων μας, ευθύς θα αναλύσω,

αφού σπονδή στο Γέλωτα νωρίτερα φροντίσω…

Περίτμητος ο Κύριος, περίτμητη η φυλή του,
περίτμητο το έθνος μας, στο νου και στην ψυχή του…

Καμπάνες που εκρούονται, καμπάνες που δονούνται
,
για να ξυπνήσουν με …χαρά εκείνους που κοιμούνται…

Τρόπος του λέγειν η χαρά, μόνο χαρά δεν είναι...

Τι θα ορίσεις ως χαρά, αν θες νʼ ακούσεις μείνε.
Δε θα καλέσεις ως χαρά την …άκρατη ευλάβεια,
το κύρτωμα των ώμων σου και την ψυχή την άδεια…

Μία ψυχή που άδειασε, που έχασε το χρώμα

κι έμεινε να οδύρεται σαν ξεχασμένο δώμα -

με σκουριασμένη κλειδαριά στην πόρτα να κρατάει,

απέξω πόθους κι όνειρα ως άχρηστα πετάει…
Το σώμα εγκαταλείφθηκε ως σκεύος του διαβόλου…
το πνεύμα εμολύνθηκε με διδαχές του κώλου…

Περίτμηση του πνεύματος, περίτμηση ψυχής μας
,
περίτμηση του κόσμου μας κι όλης της ύπαρξής μας...

Ζηλέψαμε το ελάχιστο, ποθήσαμε το λίγο,

αφήσαμε τα γέλια μας και πιάσαμε το θρήνο…
Θρήνος ατέλειωτος, βαρύς, λόγω της ύπαρξής μας.
Απομεινάρια άθλια της ένδοξης φυλής μας…

Μίας φυλής που πάλευε που όρθωνε το σώμα
,
που τη φιάλη των Θεών της έβγαζε το πώμα,

για να γευτεί το νέκταρ τους, τη θεία αμβροσία,

τους Δαίμονές του έσφαζε σε ιερή θυσία…
Με ξίφος έλυνε δεσμούς, εθαύμαζε το Θείο,
δεν άγγιζε την κεφαλή στο δάπεδο το λείο…

Βαρβαρικές συνήθειες, βαρβάρων πεπραγμένα...

Σώμα και πνεύμα και ψυχή στην άκρη πεταμένα…

Στο γόνα του έσφαζε Θεούς στο χέρι τους κρατούσε,

κι εκεί που η Μοίρα πρόσταζε, εκεί τους οδηγούσε…
Η Φύση χαμογέλαγε, καμάρωνε το βήμα,
καθώς δεν εβρισκότανε, σε τεντωμένο νήμα…

Τη θαύμαζαν τα τέκνα της, της όργωναν τα στήθη,

και πάνω τη κατέσφαζαν, τα βάρβαρα τα στίφη…

Με το αίμα τους την πότισαν, άνθισε Ελευθερία...

Κορμός σκληρός, κλαδιά χλωρά, η Φύση, η λατρεία…
Ελληνική ήταν η ψυχή, ελληνικό το σώμα,
ελληνική η παιδεία του, ελληνικό το χώμα…

Τιτάνες, Κύκλωπες, Θεοί, Κένταυροι, Λαιστρυγόνες

στα ελληνικά τα πέλαγα να πλέουνε γοργόνες...

Παρέα Ελλήνων ναυτικών που τʼ άπιαστο τολμούσαν

κι όχι ερήμου σκηνιτών που μονό εκλιπαρούσαν…
…για να τους στείλει ο θεός τροφή, πλούτο και στέγη,
να τους ορίσει κύριους σε αλλωνών τα μέρη…

Συν Αθηνά, χείρα κινεί, το πρόσταγμα προγόνων

που των Θεών του την ευχή, αυτό ζητούσε μόνον…

Ασπίδα, θώρακας, σπαθί σε χέρι αντρειωμένο
Χώμα Ελλήνων θεϊκό με αίμα ποτισμένο…
Χώμα κι ύδωρ ελληνικό, μες την τραχιά την Πλάση -
το μόνο δώρο των Θεών του σώματος η κράση…

Το πνεύμα νʼ ατσαλώνεται, φωτιά να το σμιλεύει,

για νάρχεται το σπέρμα του το σώμα να σκυλεύει…

Χωρίς ντροπή, χωρίς αιδώ χωρίς Θεών Σοφία,

άδειο από πνεύμα, άχρηστο, βορά εχθρών και λεία…
Οι Μούσες το εγκατέλειψαν, μωρία το σκεπάζει
Το ηρωικό του παρελθόν απλά τον ετρομάζει…

Ασπάστηκε τα χείριστα, έσκυψε το κεφάλι...

Βαρβάρων περιγέλασμα - χωρίς ψυχή τομάρι,

να κρύβεται, να ντρέπεται, το χώμα να κοιτάζει -

για του Θεού τη λύπηση το μόνο που κοπιάζει…

Ανέφερα το Γέλωτα, το μόνο που απομένει
να στέκεται αγέρωχα το γέλιο να προσμένει…

Γέλιο που ουδέποτε θα ʽρθει, χάθηκε μες τη λήθη…

Το γέλιο πού είναι η ζωή μα τους νεκρούς δεν πείθει…

Νεκρούς στο πνεύμα, στην ψυχή, στο σώμα, την ιδέα

τη νεκρανάσταση ψυχών αποζητούν παρέα…
...μʼ εκείνους που τις διδαχές βαρβάρων αγκαλιάσαν
και των προγόνων τα τερπνά να κρύψουνε κοπιάσαν…

Είθε η σπίθα της φωτιάς που έμεινε κρυμμένη

για να φωτίζει την ψυχή, την πρώην αντρειωμένη,

να ανάψει, και να απλωθεί, να κάψει την χυδαία

τη βέβηλη την ύπαρξη, την Κόπρο του Αυγεία…

Χρόνια σας Πολλά...






Μια πενταετία πίσω το άνωθεν, μα τίποτα δεν έχει αλλάξει, απεναντίας η σήψη ολοκληρώθηκε και το καρκίνωμα εξαπλώθηκε. Πού είναι το ελληνικό μέλλον και τι χρώμα να έχει άραγε?

Μην κουράζεστε... μαύρο κι άραχνο με τους πάσης - πολιτικής και μη - φύσεως σωτήρες και φωστήρες που μπλέξαμε... Και το άχαρο μέλλον που μας ετοιμάζουν, απλά να μοιάζει σαν ιστός αράχνης όπου τα άτυχα έντομα που είχαν την ατυχία να κολλήσουν εκεί, τυλιγμένα και δεμένα, περιμένουν με απάθεια τον αργό τους θάνατο...

Αυτό μας αξίζει εντέλει?